Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαρκώ
- απόδοση: υπάρχω στην αναγκαία ποσότητα ή έκταση / διαθέτω τις απαραίτητες ικανότητες για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι γνώσεις του δεν επαρκούν για την διευθυντική θέση που καταλαμβάνει





