Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενσαρκώνω
- απόδοση: δίδω υλική υπόσταση σε κάτι άυλο / αποκτώ ανθρώπινη υπόσταση ήτοι ενανθρωπίζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στο πρόσωπό της ενσαρκώνεται η λεπτότητα & η υποδειγματική συμπεριφορά
υπήρξε ηγέτης που ενσάρκωνε τις ελπίδες των Ελλήνων





