Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευπρεπίζω
- απόδοση: μεταβάλλω εαυτόν ή κάτι σε περισσότερο εμφανίσιμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά από μακρά αδιαφορία ευπρέπισε το σπίτι του μεταβάλλοντας αυτό σε υπόδειγμα νοικοκυροσύνης





