Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προθυμοποιούμαι
- απόδοση: εκδηλώνω προθυμία / εκφράζω καλή διάθεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προθυμοποιήθηκε να συμβάλλει οικονομικά για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων της ετεροθαλούς αδελφής





