Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποσυνθέτω
- απόδοση: προκαλώ αλλοίωση οργανικής ουσία οδηγούμενη στην σήψη / διαλύω την συνοχή σε κάτι το συγκροτημένο / διασπώ σύνθετο σώμα στα επί μέρους συστατικά του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαπίστωσε το κρέας αποσυντεθειμένο σε προχωρημένο στάδιο





