Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αηδιάζω
- απόδοση: με κυριεύει αίσθημα αποστροφής & απέχθειας / προκαλώ σε άλλον απέχθεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με αηδιάζει σε απίστευτο βαθμό κάθε είδος ψαριού





