Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φασκελώνω
- απόδοση: μουντζώνω / εκδηλώνομαι με τις παλάμες με υβριστική διάθεση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φασκέλωσε επιδεικτικά τον οδηγό διότι δεν τον περίμενε να πλησιάσει στην στάση του λεωφορείου





