Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιορίζω
- απόδοση: θέτω όρια / περικλείνω εντός ορίων / θέτω φραγμό στην διάδοση ή επέκταση καταστάσεως / αναγκάζω άτομο ή ομάδα να παραμείνει σε κλειστό χώρο / συγκρατώ παρεκτρεπόμενο άτομο ή πλήθος / δεν υπερβαίνω το επιτρεπόμενο ή επιβαλλόμενο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο θεράπων ιατρός τον περιόρισε στο σπίτι του δια παν ενδεχόμενον





