Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασημώνω
- απόδοση: επενδύω επιφάνεια με φύλλο ασημιού / στολίζω με ασήμι / προσφέρω κάτι ασημένιο για γούρι / προσφέρω χρήματα για να μου πουν τη μοίρα μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την ασήμωσε για να ακούσει τα επιθυμητά της ζωής





