Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ξενιτεύομαι
- απόδοση: εγκαταλείπω το τόπο μου προκειμένου να εγκατασταθώ σε ξένο τόπο κυρίως για λόγους ανάγκης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ξενιτεύτηκε σε νεαρά ηλικία σε χώρα της Λατινικής Αμερικής & είδε προκοπή





