Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξορίζω
- απόδοση: υποχρεώνω άτομο ή ομάδα να απομακρυνθεί από τον τόπο διαμονής προκειμένου να εγκατασταθεί σε καθορισμένο τόπο συνήθως απομακρυσμένο από αυτόν της κατοικίας / απομακρύνω ή καταργώ κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι ενεργώς αντιτιθέμενοι στο καθεστώς εξορίσθηκαν σε απομακρυσμένη νησίδα του Αιγαίου





