Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπονώ
- απόδοση: δημιουργώ επεξεργάζομαι ολοκληρώνω έργο που απαιτεί πνευματικό μόχθο & επιμέλεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκπόνησε με τους συνεργάτες του στατική μελέτη για το υπό ανέγερση Μουσείο Ακροπόλεως





