Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαιρώ
- απόδοση: απομονώνω κάποιον ή κάτι από σύνολο ομοειδών μη αποδίδοντας τα αναλογούντα στο υπόλοιπο σύνολο / στερώ νόμιμο δικαίωμα από άτομο ή ομάδα / απαλλάσσω άτομο ή ομάδα από νόμιμη υποχρέωση / παρεκκλίνω εκ του κανόνος από το ανήκων σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν εξαιρέσουμε τους αναπήρους πολέμου από την φορολόγηση αποδίδουμε κοινωνική δικαιοσύνη
οι έχοντες βαρύτατο πρόβλημα υγείας εξαιρούνται από την υποχρέωση στρατεύσεως





