Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταλογίζω
- απόδοση: αποδίδω σε άτομο ή ομάδα επιλήψιμη συμπεριφορά ή ενέργεια / χρεώνω ποσό εις βάρος άλλου προσώπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του καταλογίζει ενέργειες διαλυτικές τις οποίες δεν έπραξε





