Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενδημώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε λοιμώδη νόσο ενδημικού χαρακτήρα εμφανιζόμενη σε ορισμένο τόπο / παραμένω διαρκώς σε ορισμένο τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νόσος που ενδημεί σε χώρες που κατακτήθηκαν από μογγολικά φύλα





