Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαστρεβλώνω
- απόδοση: παραποιώ την αλήθεια παρουσιάζοντας κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι στην πραγματικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραποίησε τα γεγονότα διαστρεβλώνοντας τραγικά την ιστορική αλήθεια





