Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατοχυρώνω
- απόδοση: ενισχύω / εξασφαλίζω από διεκδίκηση τρίτου προσώπου ή από αρνητική κατάσταση κάποιον ή κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είναι πλήρως κατοχυρωμένος έναντι του νόμου
με την συμβολαιογραφική πράξη κατοχυρώθηκε από ποικίλους κινδύνους





