Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανταποδίδω
- απόδοση: κάνω σε κάποιον το ίδιο ή το αντίστοιχο που μου έκανε
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανταπέδωσε πρόσφατη επίσκεψη για λόγους εθιμοτυπικούς & μόνον
ανταποδίδω…
λ τα ίσα
λ την επίσκεψη
λ τις ευχές
λ τις φιλοφρονήσεις
λ το χαιρετισμό
λ το δώρο
λ το ενδιαφέρον που έδειξε προς εμέ
λ το χαρακτηρισμό





