Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταμαρτυρώ
- απόδοση: αποδίδω σε κάποιον επιλήψιμες ή αξιόποινες πράξεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πολλά του καταμαρτυρούν για την περίοδο της υπουργίας του & αυτός εκδηλώνει αδιαφορία





