Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υστερώ
- απόδοση: υπολείπομαι / μειονεκτώ συγκρινόμενος με άλλον / παρουσιάζω ελλείψεις σε κάποιο τομέα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μελέτη που παρουσίασε υστερεί κατά πολύ στην ανάλυση του προκείμενου θέματος





