Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγχρηματοδοτώ
- απόδοση: προσφέρω τα οικονομικά μέσα για την εκτέλεση έργου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να εκτελέσει κάποιο έργο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ΕΕ συγχρηματοδότησε την προμήθεια των νέων αστικών λεωφορείων από κοινού με την Ελληνική Κυβέρνηση





