Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξουσιοδοτώ
- απόδοση: παραχωρώ σε άλλο πρόσωπο να ενεργήσει αντ΄ εμού / αναθέτω σε κάποιον να προβεί σε ορισμένη ενέργεια για λογαριασμό μου / μεταβιβάζω ορισμένη αρμοδιότητα σε άλλο κρατικό όργανο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ισχυρίζεται πως είναι εξουσιοδοτημένος γραπτώς





