Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διευκρινίζω
- απόδοση: παρέχω συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με κάτι / δίνω εξηγήσεις για κάτι που ειπώθηκε ή που έπραξα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απέφυγε κάθε διευκρίνιση για την απροειδοποίητη διήμερη απουσία του από την συζυγική στέγη
ο καθ΄ ύλην αρμόδιος υπουργός έδωσε τις απαραίτητες διευκρινίσεις για τα νέα φορολογικά μέτρα





