Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανταποκρίνομαι
- απόδοση: βρίσκομαι σε αντιστοιχία με κάτι άλλο / αποδεικνύομαι αντάξιος / επαρκώ / εκπληρώνω / δεν αντιδρώ σε ενέργεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανταποκρίθηκε με περισσή ευκολία
ανταποκρίθηκε συγκρατημένα στα αισθήματα που του εκδηλώνω
ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μου
δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα προκειμένου να παρευρεθεί στη βάπτιση
η προτεινόμενη εργασία δεν ανταποκρίνεται στα προσόντα που διαθέτει





