Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραγράφω
- απόδοση: καταργώ τις συνέπειες αδικήματος / ακυρώνω το δικαίωμα άσκησης μήνυσης ή αγωγής μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδύνατον η άσκηση δίωξης διότι το αδίκημα έχει προ πολλού παραγραφεί
το καθεστώς παρέγραψε τα χρέη των αγροτών





