Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθυβρίζω
- απόδοση: ενεργώ κατά τρόπον εξευτελιστικό εις βάρος προσώπου ομάδος ή θεσμού / εκφράζομαι υβριστικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
την καθύβρισε παρουσία τρίτων κατά τρόπον εντελώς ακραίο





