Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσλαμβάνω - 1
- απόδοση: ενεργώ προκειμένου να απασχολήσω εργαζόμενο / αποκτώ χαρακτηριστικό στοιχείο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το παράνομο μεταναστευτικό ρεύμα έχει προσλάβει απειλητικές διαστάσεις
τον προσέλαβε ως ωρομίσθιο υπάλληλο με ικανοποιητική αμοιβή





