Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συναισθάνομαι
- απόδοση: έχω πλήρη συνείδηση ή πλήρη επίγνωση καταστάσεως που με αφορά & καλούμαι να αντιμετωπίσω / αισθάνομαι την έκταση δυσάρεστης καταστάσεως που βιώνει άτομο ή σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ούτε καν συναισθάνεται τον κίνδυνο που παραμονεύει στις κακόφημες γειτονιές που περιφέρεται





