Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιδρομώ
- απόδοση: τρέχω βαίνω κινούμαι σε αντίθετη κατεύθυνση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντιδρομήθηκε η οδός που διαμένει κατ΄ απαίτησή του
αντιδρομήθηκε η οδός που διαμένει κατ΄ απαίτησή του

