Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταξιώνω
- απόδοση: κάνω κάποιον ή κάτι άξιο προς αναγνώριση & εκτίμηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καταξιώθηκε για το μουσικό έργο του & την καλλιτεχνική προσφορά του προς τον Ελληνικό λαό





