Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατατέμνω
- απόδοση: χωρίζω ενιαία έκταση γης σε πολλά μικρά μέρη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κτηματική περιουσία της Πάτμου κατατμήθηκε για λόγους τουριστικής αξιοποίησης





