Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξελληνίζω
- απόδοση: μεταβάλλω κάτι προκειμένου να αποκτήσει ελληνικά χαρακτηριστικά / μεταβάλλω άτομο προκειμένου να λάβει ελληνικά στοιχεία / μεταγλωττίζω κάτι στην ελληνική ή το προσαρμόζω σε αυτήν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται για άτομο Ιταλικής καταγωγής που εξελλήνισε το επώνυμό του
τα Ελληνικά φύλα εξελλήνισαν τους προϋπάρχοντες Προέλληνες





