Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ατιμώνω
- απόδοση: ντροπιάζω / εξευτελίζω / προσβάλλω / εκθέτω ηθικά
- συγγενές: ατιμάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με τις ανήθικες ενέργειές της ατίμωσε τον ανυποψίαστο σύζυγο στους περιβάλλοντες





