Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεροληπτώ
- απόδοση: λαμβάνω θέση υπέρ ενός ή σε κάτι αποφασίζοντας ή κρίνοντας με υποκειμενικά κριτήρια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στην διένεξη μεταξύ των αδελφών η μητέρα μερολήπτησε υπέρ του ενός εξ αυτών





