Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκαθαρίζω
- απόδοση: απαλλάσσω άτομο σύνολο ή οργανισμό από κάτι το περιττό ή το ανεπιθύμητο / κατόπιν λογιστικών πράξεων εντοπίζω το τελικό πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απαίτησε λογιστική εκκαθάριση του λογαριασμού του
η νέα διοικητική αρχή εκκαθάρισε τον οργανισμό από στοιχεία της αποχωρούσης διοίκησης





