Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σαρώνω
- απόδοση: κινούμαι με πολύ μεγάλη ταχύτητα αφανίζοντας κάθε τι που προκύπτει στο πέρασμά μου / σκουπίζω / αναφερόμενοι σε κάποια επιτυχία με εντυπωσιακά αποτελέσματα ως προς το μέγεθος & την έκταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σάρωσε στους Ολυμπιακούς Αγώνες με το πλήθος βραβείων που απέσπασε





