Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιδρώ
- απόδοση: ενεργώ λόγω κάποιας άλλης ενέργειας που δέχθηκα / εναντιώνομαι σε κάτι που το βρίσκω δυσάρεστο ασύμφορο ή εχθρικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντέδρασε…
λ εγκαίρως μεθοδεύοντας ορθά τις καταστάσεις
λ με το χαμόγελο στα χείλη
λ με τρόπο άκομψο > απότομο > βίαιο
λ με φωνασκίες όπως το συνηθίζει άλλωστε
λ με ψυχραιμία στο βαρύ πλήγμα που εδέχθη αιφνιδιαστικά
λ πολιτισμένα παρά την προσβολή που δέχθηκε δημοσίως
λ συγκρατημένα & επιδεικνύοντας αυτοκυριαρχία





