Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιλαμβάνομαι
- απόδοση: καταλαβαίνω / αποκτώ γνώση / έχω αντίληψη των καταστάσεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αντιλαμβάνεται ως εκνευριστικά υπερβολικές τις αντιδράσεις του
αντιλήφθην τον κίνδυνο της καταστάσεως
δεν αντιλήφθην εγκαίρως τα συμβαίνοντα
είναι ταλαιπωρημένος άνθρωπος & δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει





