Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντλώ
- απόδοση: τραβώ προς τα έξω κάποιο υγρό / λαμβάνω απαραίτητο στοιχείο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στη θαλάσσια περιοχή της Θάσου αντλείται πετρέλαιο
στους πίνακες του αντλεί τα θέματα από τη φύση
το ιστορικό στοιχείο αντλήθηκε από το ογκωδέστατο αρχείο του αποθανόντος





