Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνυπηρετώ
- απόδοση: υπηρετώ στην αυτή υπηρεσία ενδεχομένως στην ίδια πόλη με άλλο άτομο ή άτομα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνυπηρέτησαν επί μακρόν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία της Θεσσαλονίκης





