Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δέρνω
- απόδοση: επιφέρω κτυπήματα σε άλλο άτομο με βίαιες κινήσεις / δίνω ξύλο σε κάποιον / εκθέτω σε ταλαιπωρίες / νικώ άλλον σε αναμέτρηση με αυτόν / αναφερόμενοι σε κάποιον εκτεθειμένο σε επαναλαμβανόμενα κτυπήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εμφανίσθηκε δαρμένος από τον δάσκαλο λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς
ο τύπος γαμεί & δέρνει τους αντιπάλους του





