Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνυπάρχω
- απόδοση: βιώνω στον αυτό χώρο με άλλο άτομο / που συμβαίνει συγχρόνως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνυπάρχει ειρηνικά με την αδελφή της στο νεοκλασικό της Πλάκας





