Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταφέρομαι
- απόδοση: εκφράζω επικρίσεις με οξύτητα / εκφράζω ύβρεις ή κατηγορίες για κάποιο πρόσωπο κυρίως όταν αυτό απουσιάζει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καταφέρεται οξύτατα εναντίον συναδέλφου με ανταγωνιστική πρόθεση





