Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδιοργανώνω
- απόδοση: απορρυθμίζω την ομαλή λειτουργία ενός συγκροτημένου συνόλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κυβερνών κόμμα αποδιοργάνωσε τον κρατικό μηχανισμό με τα αδικαιολόγητα σφάλματα της ηγεσίας του





