Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαστράπτω
- απόδοση: ακτινοβολώ / αστράφτω / λάμπω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το διαμέρισμα που διαμένει απαστράπτει από καθαριότητα
το διαμέρισμα που διαμένει απαστράπτει από καθαριότητα

