Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μηδενίζω
- απόδοση: μειώνω κάτι ώστε να προκύψει μηδέν / αντιμετωπίζω κάτι ως εντελώς ασήμαντο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο καθηγητής μηδένισε το γραπτό του ως αποτέλεσμα αντιγραφής





