Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πανικοβάλλω
- απόδοση: προκαλώ σε άτομο ή ομάδα αίσθημα πανικού / καταβάλλομαι από πανικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η έντονη ρωγμή στην τοιχοποιία της κατοικίας του τον έκανε να τρέχει πανικοβλημένος





