Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απασχολώ
- απόδοση: στρέφω την προσοχή ή αναλώνω τον χρόνο κάποιου με δευτερεύοντα θέματα / κάτι που γίνεται αντικείμενο της σκέψης ή της δραστηριότητος μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν θα σας απασχολήσω πολύ
δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει άλλο αυτό το θέμα
ήρθε & με απασχόλησε από τη δουλειά μου
με απασχολεί η υγεία μου
τον απασχολούν…
λ οι επιπτώσεις της καταστάσεως που διέρχεται τελευταίως
λ σκοτούρες & βάσανα
λ τα εκκρεμούντα εθνικά θέματα





