Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευτυχώ
- απόδοση: η ζωή μου είναι καθ΄ όλα ευτυχισμένη / ευημερώ
- αντίθετο: δυστυχώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ευτύχησα με την σύζυγο που επέλεξα στην πολυτάραχη ζωή μου
ευτύχησα να έχω εκλεκτούς φίλους άριστης αγωγής





