Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μειώνω
- απόδοση: ελαττώνω κάτι / κάνω κάτι ολιγότερο / γίνομαι ολιγότερος / προκειμένου για κάτι που θεωρείται κατώτερο του μέσου όρου / προσβάλλω άτομο ή ομάδα ηθικά / υποβιβάζω την σοβαρότητα ενέργειας
- αντίθετο: αυξάνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασφαλώς η πρόθεσή του ήταν να τον μειώσει άνευ ουδεμίας αναστολής
άτομο μειωμένης ηθικής & το εκφράζει
μείωσε δραστικά την κατανάλωση καυσίμων συντηρώντας τον κινητήρα του αυτοκινήτου





